Lupus
I.
Λύκος μόνος -αν και περισσεύει η δεύτερη λέξη-
μια υπερβολή της ερημιάς_ το απαραίτητο στοιχείο που, επιβιώνοντας μέσα της, την ορίζει.
Στο κέντρο των πουθενά αναρίθμητων παράλληλων Συμπάντων
συνεχίζω να γυρνώ αξημέρωτος.
Ως μόνος.
II.
Αγοράζω πανάκριβο χρόνο τις νύχτες_ να ανακτήσω τα χαμένα κι εκείνα που χρωστώ να ξεπληρώσω.
Χρεώνομαι πάντα πιο πολύ απ’όσο μπορώ να συγχωρέσω στον εαυτό μου.
Ακόμη μια πρόκληση ασταμάτητη.
ΕγΏαπόΕμένΑ.
Μέσα μου μελανιασμένα, χίλια πρόσωπα δακρύζουν αχνά_ ολοένα και πιο ανεπαίσθητα.
Κανείς να μην ακούσει, κανείς να μην δει_ και αν ναι να μην καταλάβει.
Ως ο αωρατότερος των Υπαρκτών.
III.
Αντικριστά στους πυρήνες μαγεμένων ΠανCέληνων, στεκόμενος
ξεγυμνωμένος από το ίδιο μου το χέρι,
στην μέση τους πάντοτε κυνικά δόντια
φορεμένα σε δανεικά φατνία,
στολίδια μιας κοιλότητας που διηθεί την επιβίωση
πιο ακούσια από την πιο πανίσχυρη μου θέληση.
Συνεχίζω να μετεωρίζομαι στην γωνιά της νύχτας ουρλιάζοντας_ μονάχα μια ευχή μακριά.
Ως ο πάντα πιο ξένος.